Open menu
1η Παιδαγωγική συνεδρίαση (30 Σεπτεμβρίου 2004)

Μαμασούλα Μαρία

 Η συμπεριφορά δασκάλου & μαθητή μέσα στη σχολική κοινότητα
 Συμπεριφορά γενικά είναι κάθε παρατηρήσιμη εκδήλωση του ανθρώ­που. Άπλές καθημερινές δραστηριότητες όπως: μιλώ, χαμογελώ, τρώγω, βαδίζω, γράφω, διαβάζω, θυμώνω είναι συμπεριφορές. Ή ζωή μας εξωτε­ρικεύεται σε συμπεριφορές. Ή ζωή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία σειρά από συμπεριφορές. Στην καθημερινή ζωή είναι δύσκολο να παρατηρή­σει κανείς τις επιμέρους συμπεριφορές σε απομόνωση μία προς μία. Ακόμη δε δυσκολότερο να παρατηρήσει κανείς τη δική του συμπεριφορά και μάλιστα αντικειμενικά. 'Όλοι μας π.χ. είμαστε ενήμεροι του ότι μιλούμε, τρώμε, τραγουδούμε, γελούμε, δεν γνωρίζουμε όμως πώς ακριβώς αυτές οι συμπεριφορές συμβαίνουν και με πιο τρόπο επηρεάζουν τούς άλλους. Καταλαβαίνουμε μόνο τι εντύπωση κάνουν στους άλλους παρατηρώντας τις αντιδράσεις τους, καθώς αυτοί μας απαντούν, μας χαμογελούν, δεί­χνουν ευχαριστημένοι ή δυσαρεστημένοι. 'Έτσι, είναι δυνατόν ή συμπερι­φορά μας να προβληματίζει κάποτε τούς γύρω μας και εμείς να μην το συ­νειδητοποιούμε.
 Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με τα παιδιά στο σχολείο και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό, να μη γνωρίζουν δηλαδή κατά πόσο ή με ποιο τρόπο ή συμπεριφορά τους επηρεάζει τούς άλλους και, ενώ νομί­ζουν ότι όλα πάνε καλά, να τους είναι ενοχλητικοί. Γι' αυτό, όταν κανείς εξηγήσει στο παιδί με πειστικότητα ότι ή συμπεριφορά του δεν ήταν σω­στή σε μία δεδομένη στιγμή και ότι στενοχώρησε κάποιους, είναι πολλές φορές έτοιμο να αποδεχτεί το σφάλμα του και να θελήσει να επανορθώσει.
 Για να μπορέσει ένα άτομο να δει πιο αντικειμενικά τη συμπεριφορά του, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να σταθεί λίγο πιο πίσω, να κοιτάξει ταυ­τόχρονα τον εαυτό του και τούς άλλους για να δει ακριβώς πώς το φέρσι­μό του τούς επηρεάζει. Ξαφνιαζόμαστε οι 'ίδιοι καμιά φορά με την εμφά­νισή μας ή με τον τόνο της φωνής μας ή με τον τρόπο πού κινούμαστε, γελούμε, Όταν βλέπουμε τον εαυτό μας στην τηλεόραση ή τον ακούμε να μιλάει στο μαγνητόφωνο. Το γεγονός ότι δε βλέπουμε τη δική μάς συμπε­ριφορά καθαρά μπορεί να είναι μία από τις αιτίες πού δε συνειδητοποι­ούμε μια κακή μας συμπεριφορά ως πρόβλημα. Άλλά, αν δε συνειδητο­ποιήσουμε ότι ή συμπεριφορά μας αποτελεί πρόβλημα πού ενοχλεί τους άλλους, δε θ' αποφασίσουμε να τη δούμε με την πρέπουσα σοβαρότητα και να τη διορθώσουμε.
 

Τι είναι Διαταραχές Συναισθήματος και Συμπεριφοράς

Ό Όρος «διαταραχές» παραπέμπει κατευθείαν στην έννοια του «μη κα­νονικού», τού «μη φυσιολογικού», τού «διαφέροντος», τού «αποκλίνο­ντος», του «αποστασιοποιημένου», σε σχέση πάντοτε με ένα κοινά απο­δεκτό μοντέλο συμπεριφοράς. Και εφόσον χαρακτηρίζει μία ορισμένη ομάδα ατόμων, διαχωρίζει την ομάδα αυτή, κατά το μέτρο της διαφοράς της από το μοντέλο, από το γενικό κοινωνικό κορμό. Σημείο αναφοράς είναι ή κοινωνική ομάδα στην όποία ζει το άτομο.

 Πρέπει να σημειώσουμε πάντως ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοι­νωνίας είναι ή Διαφορά. Τα άτομα-μέλη της διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη σωματική τους διάπλαση και υγεία, τις πνευματικές τους ικανότητες, τα χαρακτηριστικά του συναισθήματος, την αισθητική, τη φαντα­σία, τις πρακτικές ικανότητες, τον τρόπο πού κινούνται, πού μιλούν, τη διάθεση να συνεργάζονται, να κάνουν φίλους ή να ερίζουν και τόσα άλλα. 'Έτσι, όλα τα άτομα ενός κοινωνικού συνόλου θα μπορούσαν να κατατα­γούν σε μια μακρά λίστα από μία ανώτατη ως μία κατώτατη τιμή αναφο­ρικά με τις ικανότητες, την αποτελεσματικότητα των λειτουργιών πού δια­θέτουν και τη συμπεριφορά. Αν σε μια σχολική τάξη- για να πάρουμε ένα πιο συγκεκριμένο παράδειγμα- φοιτούν 30 μαθητές, άνετα μπορεί να διακρίνει κανείς 30 διαφορετικές προσωπικότητες.
 Η ύπαρξη ατομικών διαφορών είναι ένα σύνηθες και φυσιολογικό φαι­νόμενο. Εκείνο πού ξεφεύγει πολλές φορές από το φυσιολογικό και συνι­στά πρόβλημα είναι η υπερβολή, δηλαδή η ύπαρξη ακραίων περιπτώσεων. Επομένως, όταν κάνουμε λόγο για παιδιά με Διαταραχές Συναισθήματος και Συμπεριφοράς, αναφερόμαστε ακριβώς σε μια ομάδα ατόμων τα όποία «αποκλίνουν» σημαντικά ως προς τα χαρακτηριστικά τού Συναι­σθήματος και της Συμπεριφοράς από το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή βρί­σκονται σημαντικά κάτω από μία νοητική γραμμή που αντιπροσωπεύει μια μέση τιμή των χαρακτηριστικών αυτών στο σύνολο των ατόμων της ίδιας χρονολογικής ηλικίας.
 Τα όρια, άλλωστε, μεταξύ προβληματικής συμπεριφοράς και ομαλότητας είναι ασαφή και αβέβαια και εξαρτώνται αφενός από το μέγεθος του προβλήματος και αφετέρου από τις δυσκολίες πού αυτό προκαλεί στους ανθρώπους γύρω. Υπάρχουν πολλές και σημαντικές ατομικές διαφορές στον τομέα της συμπεριφοράς, Όπως ακριβώς και στους τομείς της νοημο­σύνης και της σχολικής επίδοσης. Ό,τι είναι φυσιολογικό για ένα παιδί μπορεί ν' αποτελεί διαταραχή για ένα άλλο. Υπάρχουν π.χ. διαφορές προ­σωπικότητας ένα ενδοστρεφές παιδί είναι συνήθως προσεκτικό, επιφυ­λακτικό, ντροπαλό, δειλό. Αυτή είναι η φυσική του κατάσταση. Όταν όμως ένα εξωστρεφές παιδί, το όποίο συνήθως μιλάει, γελάει, εξωτερικεύεται ελεύθερα, δείξει την ίδια συμπεριφορά και μάλιστα για αρκετό καιρό, τότε η συμπεριφορά αύτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως προβληματική.
 Το να χαρακτηρισθεί μια συμπεριφορά ως προβληματική μπορεί ακόμη να εξαρτάται και από τις περιστάσεις. Ένα παιδί π.χ. πού ωρύεται και αναστατώνει τον κόσμο, δείχνει προβληματική συμπεριφορά ή όχι; Απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, αν δεν ξέρουμε γιατί το κάνει. Αν μεν ωρύεται μέσα στην εκκλησία, για παράδειγμα, την ώρα της λειτουργίας χωρίς λόγο, τότε πράγματι η συμπεριφορά του είναι προβληματική. Αν όμως το κάνει γιατί θέλει να ειδοποιήσει τον κόσμο ότι η εκκλησία πήρε φωτιά, τότε η συ­μπεριφορά του είναι η αναμενόμενη.
 Υπάρχουν δύο είδη προβλημάτων που συναντάμε στη σχολική κοινότητα: από τη μια μεριά, είναι τα προβλήματα πού έχουν σχέση με συναισθηματικές διαταραχές (φοβίες, ανασφάλειες, εφιάλτες, άγχος, δειλία, κατάθλιψη, υπερευαισθησία, αισθήματα κατωτερότητας και ατολμίας) και από την άλλη, είναι τα προβλήμα­τα πού περιλαμβάνουν μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς (εριστικό­τητα, επιθετικότητα, πείσμα, δυστροπίες, κλεπτομανία, ροπή προς το ψέ­μα), τα όποία ενοχλούν τούς άλλους. Τα δύο είδη των διαταραχών αυτών έχουν συνήθως άμεση σχέση μεταξύ τους, καθώς τα συναισθηματικά προ­βλήματα εκφράζονται συχνά μέσω της συμπεριφοράς, ενώ τα προβλήματα συμπεριφοράς συνοδεύονται συχνά από μια συναισθηματική φόρτιση. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι ότι ένα δυσάρεστο συναίσθημα είναι δια­ταρακτικό για το ίδιο το παιδί, ενώ μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ενοχλεί αυτούς πού βρίσκονται κοντά του. Ή προβληματική συμπεριφορά μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να λειτουργεί προς όφελος του παιδιού. Να λειτουργεί δηλαδή ως μία δραστηριότητα εκτόνωσης τού ατόμου και κά­θαρσής του από τις εσωτερικές του πιέσεις και εντάσεις.
 Τα συμπτώματα εκδηλώνονται με διάφορες μορφές μέσα και έξω από την τάξη. 'Ένα παιδί π.χ. σηκώνεται διαρκώς από το θρανίο του και πε­ριφέρεται μέσα στην τάξη, χτυπά και βρίζει τα άλλα παιδιά. 'Ένα άλλο δε συμμετέχει στο μάθημα και στις διάφορες δραστηριότητες της τάξης του, λόγω υπερβολικής δειλίας ή από άλλη άγνωστη αιτία. Ένα τρίτο παιδί συ­χνά αφαιρείται και ονειροπολεί ή ενοχλεί με τις συνεχείς ερωτήσεις του. Ή προβληματική συμπεριφορά είναι πάντοτε ενοχλητική. Όμως, πρέπει να τονίσουμε ότι κάθε ενοχλητική συμπεριφορά δεν είναι αναγκαστικά προβληματική. Μπορεί να είναι μια συμπεριφορά επιπόλαιη, χωρίς βάθος και σχετικά εύκολα διορθώσιμη. 
 

Το άτομο και το στενότερο περιβάλλον στο όποίο ζει.

Λέγοντας «στενότερο περιβάλλoν » εννοούμε κυρίως την Οικογένεια και το Σχολείο, που παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο για την προσαρμογή του ατόμου στην κοινωνία Είναι προφανές ότι η προσαρμογή του άτόμου στη κοινωνία εξαρτάται τόσο από το ίδιο το άτομο (από τα εφόδια με τα οποία το έχει προικίσει η φύση φυσικά, πνευματικά, ηθικά), όσο και από το περιβάλλον, κυρίως το στενότερο κοινωνικό ( οικογένεια και σχολείο) και ότι στην έννοια της δυ­σπροσαρμοστίας, αν υπάρχει, συμβάλλουν και οι δύο αυτοί παράγοντες, Άτομο και Περιβάλλον. Επομένως, οι Διαταραχές Συναισθήματος και Συμπεριφοράς και η Δυσπροσαρμοστία δεν μπορούν να οριστούν διαφο­ρετικά παρά μόνο σε σχέση με την κυρίαρχη ομάδα (οικογένεια, σχολική τάξη), στην οποία ανήκει το άτομο. Η κυρίαρχη ομάδα λειτουργεί με βά­ση κάποιους κανόνες και αναμένει όλα τα μέλη της να συμπεριφέρονται σύμφωνα μ' αυτούς. Οι συμπεριφορές πού είναι σύμφωνες με τούς κανό­νες αυτούς αποτελούν τον επιθυμητό τρόπο δράσης. Εκείνες πού δε συμ­φωνούν αποτελούν τις αποκλίσεις και συνιστούν τις Διαταραχές Συναι­σθήματος και Συμπεριφοράς και τη Δυσπροσαρμοστία.

 Εκτός, λοιπόν, από τη δυναμική του ίδιου του ατόμου, μεγάλη σημα­σία για το αν τελικά θα εκδηλωθεί ένα πρόβλημα η όχι και πόσο μεγάλο θα αποβεί αυτό το πρόβλημα έχει και το περιβάλλον. Ένα άτομο μπορεί «να ταιριάζει» σε ένα περιβάλλον (οικογένεια, σχολική τάξη) αλλά να μην ται­ριάζει σε ένα άλλο. Άρα σε ένα περιβάλλον μπορεί να θεωρείται «προ­σαρμοσμένο», σε ένα άλλο όχι. Το είδος τού περιβάλλοντος, επομένως, ορίζει ως ένα βαθμό και τω είδος της συμπεριφοράς τού παιδιού.
 Ένα περιβάλλον μπορεί να είναι άκρως περιοριστικό η υπερβολικά χαλαρό' μπορεί να είναι κατάλληλο ή ακατάλληλο για ένα συγκεκρι­μένο παιδί.
 Σε ένα άκρως περιοριστικό περιβάλλον, ένα περιβάλλον, δηλαδή, πού απαιτεί απόλυτη «συμμόρφωση» του ατόμου στους κανόνες που ισχύουν στην ομάδα, μερικά παιδιά έχουν δυσκολία να προσαρμοστούν. Αισθάνο­νται να ασφυκτιούν, να πνίγονται, να καταδυναστεύονται' δεν έχουν τον απαιτούμενο ζωτικό χώρο να εξωτερικεύσουν την ατομικότητά τους, τις σκέψεις τους, τις βουλήσεις τους, τα συναισθήματά τους. Έτσι, μη αντέ­χοντας την καταπίεση, μπορεί να «εκραγούν», να φτάσουν στην υπέρβαση των κανόνων, δηλαδή στη «δυσπροσαρμοστία». Ένα παιδί, για παράδειγ­μα, που δεν ανέχεται την υπερβολική ησυχία που του επιβάλλουν οι γο­νείς μέσα στο σπίτι (όλοι πρέπει να μιλούν σιγά, δεν επιτρέπονται οι δυ­νατές φωνές, ακόμη ούτε οι εκρήξεις χαράς ούτε οι ενθουσιασμοί), μπορεί ν' αντιδράσει βίαια. Ένα άλλο, που δεν μπορεί να υποφέρει το δεσποτι­σμό του πατέρα του, επαναστατεί και, αν αυτό δεν μπορεί να το δείξει στο σπίτι, γιατί τον φοβάται, ξεσπά στο σχολείο. Αν σε μια οικογένεια επι­κρατεί η απαίτηση για σχολαστική καθαριότητα και το παιδί είναι συχνά ακάθαρτο θεωρείται από την οικογένεια «δυσπροσάρμοστο». Αντίθετα, σε μία άλλη οικογένεια (π.χ. μια οικογένεια τσιγγάνων) , στην οποία δεν υπάρχουν αυτοί οι περιορι­σμοί περί καθαριότητας, η ίδια ακριβώς συμπεριφορά θεωρείται απόλυτα φυσιολογική.

Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να παρατηρηθεί και σ' ένα κοινωνικό περι­βάλλον, στο οποίο επικρατεί χαλαρότητα ως προς την τήρηση των κανό­νων. Όταν σε μια οικογένεια ή μια σχολική τάξη παρατηρείται αδιαφορία για τη τήρηση των κανόνων ή ασυνέπεια στην εφαρμογή τους (άλλοτε επι­βάλλονται με αυστηρότητα και άλλοτε πολύ ελαστικά) ή δεν υπάρχουν καθόλου σταθεροί κανόνες, το γεγονός αυτό συντελεί σημαντικά στην εκδήλωση της «δυσπροσαρμοστίας». Σε μια τέτοια περίπτωση, τα παιδιά δε γνωρίζουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν, πως να συμπεριφερθούν στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, δεν γνωρίζουν ποιες είναι οι απαιτήσεις των μεγάλων και ποιες οι συνέπειες, αν δεν ανταποκριθούν σ' αυτές, με αποτέλεσμα να φτάνουν πολλές φορές στην υπερβολή. Μερικά, επίσης, παιδιά, εκμεταλλευόμενα την κατάσταση αυτή της χαλαρότητας, βρίσκουν την ευκαιρία να παρακάμψουν τους κανόνες συμπεριφοράς ακόμη και αν σαφώς τους γνωρίζουν, αφού βλέπουν ότι κανείς δεν επιβλέπει την τήρη­σή τους.

Προβλήματα προσαρμογής του παιδιού μπορεί να υπάρξουν επίσης και σ' ένα περιβάλλον, το οποίο δεν είναι ούτε χαλαρό ούτε άκρως περιορι­στικό, είναι όμως κατά μία έννοια ακατάλληλο για την ψυχική υγειά του παιδιού. Οι συνεχείς διαπληκτισμοί π.χ. μεταξύ των γονέων, οι οργίλες φωνές, ή αταξία και η ανασφάλεια που επικρατούν μέσα στο σπίτι, οι απειλές διαζυγίου ή το ίδιο το διαζύγιο κ.τ.λ. κάνουν το παιδί δυστυχι­σμένο και δυσκολεύουν τρομερά την προσαρμογή του.

 'Ιδανικό για τα παιδιά κοινωνικό περιβάλλον είναι εκείνο, στο οποίο ισχύουν σταθεροί κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται με συνέπεια. Οι κα­νόνες αυτοί βρίσκονται μέσα στα όρια των δυνατοτήτων των παιδιών, δεν είναι υπερβολικά αυστηροί και συγκροτούν ένα ψυχολογικό περιβάλλον αρκετά φιλελεύθερο και λογικά περιοριστικό. Ο καθένας γνωρίζει το ρό­λο του μέσα στην ομάδα και έχει μία καθαρή ιδέα των υποχρεώσεών του απέναντι σ' αυτήν. Επίσης, στο κάθε μέλος της ομάδας αναγνωρίζεται το δικαίωμα να εκδηλώνει ελεύθερα την ατομικότητά του, χωρίς φυσικά να παρεμποδίζει την εκδήλωση της ελευθερίας των άλλων. Γνωρίζει ότι μέσα στην ομάδα έχει δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις και ότι μια ομάδα τό­τε μόνο μπορεί να λειτουργήσει σωστά, όταν επικρατεί αμοιβαίος σεβα­σμός μεταξύ των μελών της. Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον ή μεγάλη πλει­οψηφία των παιδιών δεν έχει κανένα λόγο να παραστρατήσει και να εκδηλώσει «δυσπροσαρμοστία». Γι’ αυτό στη σχολική κοινότητα πρέπει να ισχύους οι ίδιοι κανόνες και να εφαρμόζονται από όλους το ίδιο.
 Όμως, είναι γεγονός ότι ακόμη και σε κοινωνικές ομάδες με άριστη συ­γκρότηση και σωστή εφαρμογή των κανόνων συμπεριφοράς υπάρχουν άτομα που εκδηλώνουν ενίοτε συναισθηματικά και συμπεριφορικά προ­βλήματα. Πρόκειται για τα άτομα-εξαιρέσεις, λίγα σχετικά, τα οποία υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντοτε μέσα στην οικογένεια και στο σχολείο, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα. Τα αίτια συνήθως δε βρί­σκονται στην ομάδα αλλά μέσα στο ίδιο το άτομο. Μερικά άτομα γεν­νιούνται με κάποιες ψυχολογικές ανάγκες πού δεν ικανοποιούνται εύκολα μέσα σε μια συνηθισμένη ομάδα και με κάποιες ιδιότητες, οι οποίες τα εξωθούν στο να θέλουν ν' αλλάξουν το υπάρχον καθεστώς. Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, σε μια οικογένεια να γεννηθούν δύο παιδιά εντελώς δια­φορετικά μεταξύ τους. Το ένα να είναι «καλό», ήσυχο, υπάκουο, πειθαρχι­κό, να έχει επιτυχίες στο σχολείο, να δέχεται συχνά επαίνους από γονείς και δασκάλους, να μην προβληματίζει κανένα. Το άλλο να είναι ανήσυχο, ζωηρό, ανυπάκουο, «κακό», να μπλέκει συχνά σε φασαρίες και προβλήμα­τα, να αντιδρά προκλητικά στους γονείς του, να μην πειθαρχεί στους ισχύοντες κανόνες. Είναι το άτομο πού δεν αποδέχεται άκριτα ένα κοινω­νικό καθεστώς, που του επιβάλλεται έξωθεν, οποιοδήποτε κι αν είναι αυτό, αλλά διαμαρτύρεται έντονα και προσπαθεί να ανοίξει δικό του δρόμο. Το δεύτερο αυτό παιδί χαρακτηρίζεται συνήθως ως «προβληματικό» και «δυ­σπροσάρμοστο
 Τι ακριβώς συμβαίνει μ’ αυτά τα άτομα, τα άτομα, δηλαδή, πού δύσκολα συμβιβάζονται με ένα δεδομένο κοινωνικό πρότυπο, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να ερμηνευτεί η στάση τους και πώς θα μπορούσαμε να τα χει­ριστούμε, ώστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τα προβλήματα πού μας δημιουργούν; Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή το είδος των σχέσεων που δημιουργούνται μεταξύ του ατόμου και της ομάδας. Είναι γεγονός ότι και τα άτομα αυτά, όπως όλα τα μέλη της ομάδας, καλούνται να «συμμορφωθούν» στους ισχύοντες κανόνες. Όταν όμως ένα άτομο καλείται να «συμμορφωθεί», στην ουσία είναι σα να καλείται να απεμπολήσει ένα μέρος της ατομικής του ελευθε­ρίας. Παραχωρεί κάτι από την ατομική του ελευθερία για ν' απολαύσει τα αγαθά της ομάδας. «Προσαρμόζεται» στους σκοπούς και τις επιδιώξεις της ομάδας και συμπεριφέρεται αναλόγως. Αυτό σημαίνει κοινωνία, ένα συνεχές δούναι και λαβείν. Ανάμεσα στις δύο έννοιες «συμμόρφωση» και «προσαρμογή» αφενός και «ατομική ελευθερία» αφετέρου υποβόσκει πά­ντοτε μία αντίθεση. Το άτομο χάνει κάτι, κερδίζει κάτι. Το πρόβλημα είναι ότι μερικά άτομα υπολήπτονται περισσότερο από άλλα την ατομική ελευθερία, αντιστέκονται περισσότερο και θέλουν να χαράξουν το δικό τους δρόμο μάλλον παρά ν' ακολουθήσουν την πεπατημένη οδό.
 Στις περιπτώσεις αυτές, κατά τις οποίες έχουμε να κάνουμε με άτομα δυναμικά και ανήσυχα, με καινοτόμους και μπροστάρηδες ή με άτομα που βιώνουν έντονα συναισθηματικά προβλήματα, για να υποβοηθήσουμε την προσαρμογή τους, σοφό είναι να τους δημιουργήσουμε την αίσθηση ότι εντασσόμενα στην ομάδα δε χάνουν τίποτε από την προσωπική τους ελευ­θερία. Γι' αυτό γινόμαστε ελαστικότεροι και πιο ευέλικτοι. Στεκόμαστε, δη­λαδή, με κάποιο σκεπτικισμό απέναντι στις έννοιες «συμμόρφωση» και «προσαρμογή» και δε μένουμε άτεγκτοι στην εφαρμογή των κανόνων. Αυτό δε σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τούς κανόνες αλλά ότι τους προσαρμόζου­με στις δικές τους ανάγκες. Οι έννοιες βεβαίως της «συμμόρφωσης» και της«προσαρμογής» είναι εκ των ών ούκ άνευ για την ύπαρξη και λειτουργία της ομάδας και της κοινωνίας γενικότερα. Όμως, μπορούν κάλλιστα να νοηθούν και με την αντίθετη φορά. Αντί, δηλαδή, να μιλάμε για προσαρμογή του ατόμου στην ομάδα ως μοναδική μεθοδολογική προσέγγιση του προβλήμα­τος, μπορούμε να μιλάμε και για προσαρμογή της ομάδας στις απαιτήσεις και ανάγκες του ατόμου. Όταν η κλωστή δε χωράει να περάσει στην τρύπα της βελόνας, αντί να πάρεις λεπτότερη κλωστή, μπορείς ν' αλλάξεις τη βε­λόνα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με το άτομο που δυσκολεύεται να προ­σαρμοστεί στους κανόνες της ομάδας. Αντί να το αναγκάσεις να προσαρ­μοστεί, αλλάζεις τους κανόνες, ώστε να αυξηθεί η δεκτικότητα της ομάδας.
 Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε εδώ είναι ότι, αν σταθούμε με γνήσια κριτική σκέψη και ειλικρινή διάθεση απέναντι στα προβλήματα του ατό­μου, θα συνειδητοποιήσουμε ίσως ότι υπάρχει ένα είδος «νομιμότητας» σ’ αυτό που ονομάζουμε Διαταραχές Συναισθήματος και Συμπεριφοράς και Δυσπροσαρμοστία. Το άτομο συμπεριφέρεται έτσι ή αλλιώς από κά­ποια εσώτερη αναγκαιότητα αντιδρώντας «νόμιμα» είτε στις επιδράσεις του περιβάλλοντος είτε στις ενδοπροσωπικές του παρορμήσεις. Αλλά, αν υπάρχει κάποιου είδους «νομιμότητα» στην έννοια της δυσπροσαρμο­στίας, τότε, κατά το μέτρο αυτής της νομιμότητας, δεν δικαιούται η «κυ­ρίαρχη ομάδα» να εμμείνει στις απαιτήσεις της περί «συμμόρφωσης» του ατόμου. Η νομιμότητα της «δυσπροσαρμοστίας» είναι ασύμβατη με τι νο­μιμότητα επιβολής της «συμμόρφωσης».
 Σε τελευταία ανάλυση, οφείλουμε να δεχτούμε ότι πράγματι παρατη­ρούνται πολλές φορές Διαταραχές Συναισθήματος και Συμπεριφοράς σε ορισμένα άτομα και η ομάδα υποφέρει απ' αυτές. Είναι επομένως αδήριτη ανάγκη να επιδιωχθεί η αλλαγή της συμπεριφοράς των ατόμων αυτών. Όμως, μέσα στα πλαίσια της ορθής αντιμετώπισης του μεγάλου αυτού προβλήματος, ένα μέσον - και μάλιστα ζωτικής σπουδαιότητας- είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς της ίδιας της ομάδας ή - για να το θέσουμε δια­φορετικά - η κατάλληλη τροποποίηση των κανόνων συμπεριφοράς που ισχύουν στην ομάδα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ν' ανταποκρίνονται στις ανάγκες όλων των μελών της, ακόμη και των «δυσπροσαρμόστων», γιατί αυτή η συμπεριφορά της ομάδας ή του έχοντος την κυριαρχική ευθύνη (γο­νέα ή δασκάλου) είναι πολλές φορές εκείνη που, αν δε γεννά, τουλάχιστο συντηρεί το πρόβλημα. Κάτι τέτοιο φαίνεται καθαρά στο παρακάτω πα­ράδειγμα.
 Αναφέρεται στην κακή συμπεριφορά της δασκάλας απέναντι σε μία μαθήτρια. Μια μέρα η Μαρία, μαθήτρια της Τρίτης τάξης του δημοτικού, πήγε στο σπίτι οργισμένη και δεν ήθελε να διαβάσει και να γράψει. Μπρο­στά στην επίμονη παρότρυνση της μητέρας της απάντησε:
 «Γιατί να διαβάσω, αφού είμαι βλάκας»;
«Ποιος σου είπε πώς είσαι βλάκας», ρωτά η μητέρα. « η δασκάλα», άπαντα η Μαρία.
 Η μητέρα συζήτησε το γεγονός μα το σύζυγό της. «Μα είναι δυνατόν, λέει ο πατέρας, να είπε η δασκάλα τέτοιο πράγμα»; Η μητέρα προσπάθη­σε να πείσει τη Μαρία πώς κάτι δεν κατάλαβε καλά. Η Μαρία επέμεινε πεισματικά. Τότε η μητέρα επισκέφθηκε τη δασκάλα στο σχολείο και ακολούθησε η παρακάτω στιχομυθία:
 «Κάνατε μία ερώτηση στην κόρη μου και, όταν σας έδωσε την απάντηση, της είπατε πώς είναι βλάκας».
 «Όχι, απαντά η δασκάλα, δεν της είπα πώς είναι "βλάκας" άλλά πώς η απάντησή της ήταν "βλακώδης".
 «Το ίδιο κάνει, ανταπαντά η μητέρα, ένα παιδί εφτά ετών δεν βλέπει τη διαφορά» .
 «Ξέρω, λέει η δασκάλα, όλες εσείς οι μαμάδες πιστεύετε πως το παιδί σας είναι το εξυπνότερο απ’ όλα».
 Πικραμένη η μητέρα γύρισε στο σπίτι και προσπάθησε να μειώσει τη ση­μασία του επεισοδίου στα μάτια της κόρης της. Η Μαρία όμως της αποκάλυψε ότι η δασκάλα δε λέει μόνο γι' αυτήν πώς είναι «βλάκας» αλλά και για πολλά άλλα παιδιά. Η αποκάλυψη αυτή έκανε τη μητέρα να σκεφθεί πιο ψύχραιμα. Ήρθε, λοιπόν, σε συνεννόηση με τους άλλους γονείς και την άλλη μέρα όλοι μαζί, ενώ η δασκάλα έκανε το μάθημά της, χτυπούν την πόρτα και παρουσιάζονται μπροστά της. Η δασκάλα τα έχασε. «Ήρθαμε να σας πούμε, λέει ένας απ' όλους, ότι δεν είναι σωστό ν' αποκαλείτε τα παιδιά μας «βλάκες». Η δασκάλα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Το συμ­βάν όμως αυτό ήταν ένα καλό μάθημα - ράπισμα γι' αυτήν αλλά ταυτό­χρονα και μία μεγάλη ικανοποίηση για τα παιδιά.
 Στο παράδειγμα αυτό έχουμε μια συμπεριφορά της μαθήτριας αρνητική­ αντιδεοντολογική για μαθητή (αρνείται να διαβάσει), η οποία όμως δεν οφεί­λεται σε υπαιτιότητα της ίδιας αλλά στην αψυχολόγητη στάση της δασκάλας. Αναφέραμε το περιστατικό αυτό με σκοπό να τονίσουμε ευθύς εξ αρχής την πεποίθησή μας ότι τα περισσότερα προβλήματα που δημιουργούν τα παιδιά στο σχολείο και στο σπίτι έχουν την αρχή τους στη συμπεριφορά των μεγάλων και κυρίως στη συμπεριφορά των δασκάλων και των γονέων. Στην προ­σπάθεια, λοιπόν, πού κάνει ο κάθε δάσκαλος, αλλά και ο γονιός, να θερα­πεύσει το κακό, είναι ανάγκη ν' αρχίζει από τη δική του συμπεριφορά. Μό­λις παρουσιαστεί το πρόβλημα, καλό είναι να φροντίσει να δώσει ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα: «Με πιο τρόπο η δική μου συμπεριφορά γεννά ή συ­ντηρεί ή επιδεινώνει την κακή συμπεριφορά των παιδιών ή έστω την κακή συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου παιδιού»; Και αφού δώσει μια ειλικρινή και χωρίς εγωισμούς απάντηση στο ερώτημα αυτό, να προσπαθήσει να απα­ντήσει και στο δεύτερο εν συνεχεία ερώτημα: «Ποιες αλλαγές στη δική μου συμπεριφορά πρέπει να γίνουν, ώστε να επηρεαστεί θετικά ή συμπεριφορά των παιδιών ή του ενός συγκεκριμένου παιδιού»; Ένας σωστός δάσκαλος από την αρχή μπαίνει στο σπουδαίο αυτό έργο της διαπαιδαγώγησης των παιδιών κάνοντας την υπόθεση ότι ο ίδιος έχει περισσότερες υποχρεώσεις απέναντι στους μαθητές απ' ότι εκείνοι προς αυτόν.
 Γενικά, όταν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον (οικογένεια, σχολείο, κοινω­νία ευρύτερα) οι πάντες διάγουν σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, οι αποκλίσεις της συμπεριφοράς είναι ελάχιστες. Αντίθετα, όταν οι κανόνες δε γίνονται σεβαστοί, τα προβλήματα συμπεριφοράς πολλαπλασιάζονται. Επομένως, το πρώτο και ουσιαστικό βήμα για την πρόληψη των προβλη­μάτων αυτών είναι αφενός να εγκαθιδρυθούν σαφείς κανόνες συμπεριφοράς, οι οποίοι θα διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών της ομάδας και αφετέρου να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες συνθήκες για την τήρηση των κανόνων αυτών. Αναφερόμαστε, με άλλα λόγια, στα δύο μεγάλα και συναφή μεταξύ τους προβλήματα, το πρόβλημα της τήρησης της πειθαρχίας και το πρόβλημα της χρηστής διοίκησης της ομάδας. Ειδικότερα, σε μια σχολική τάξη, στην οποία έχει εξασφαλιστεί η χρηστή διοίκηση και οι πά­ντες πειθαρχούν στους ισχύοντες κανόνες, οι εκδηλώσεις δυσπροσαρμο­στίας, αν υπάρξουν, θα είναι ελάχιστες και μάλιστα μόνο από τα παιδιά εκείνα, τα οποία αδυνατούν να «συμμορφωθούν» για λόγους που και τα ίδια πολλές φορές αδυνατούν να ελέγξουν.
 Μιλώντας. λοιπόν, για Διαταραχές, Συναισθήματος και Συμπεριφοράς ή Δυσπροσαρμοστία μέσα σε μια τάξη πρέπει να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι η συχνότητά τους είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την αποτελε­σματικότητα της διοίκησης της τάξης και την εμπέδωση της πειθαρχίας.